Το αρχικό κτίριο ανεγέρθηκε
από την Χαφσά Χατούν, κόρη του στρατιωτικού διοικητή
της πόλης Χαμζά Μπέη, στα 1467-1468. Ήταν ένα μονόχωρο
τέμενος με μια, τετράγωνη στην κάτοψή της θολοσκέπαστη
αίθουσα προσευχής. Ο θόλος στηρίζεται σε οκταγωνικό
τύμπανο. Η είσοδος του κτιρίου βρισκόταν στα δυτικά
και το μιχράμπ στον ανατολικό τοίχο του κτιρίου. Μια
σειρά από τοξοειδή παράθυρα, εκ των οποίων τα οκτώ
ανοίγονται περιμετρικά στο τύμπανο του τρούλου,
εξασφαλίζουν το φωτισμό της αίθουσας.
Η αύξηση του πληθυσμού της
πόλης επιβάλλει επεκτάσεις στο αρχικό κτίριο.
Γνωρίζουμε ότι στα 1592 κάποιες από αυτές έχουν ήδη
γίνει. Στις αρχές του 17ου αιώνα το κτίριο
καταστράφηκε.
Όπως πληροφορούμαστε από τη
δεύτερη κτητορική επιγραφή ανακατασκευάστηκε στα 1620
από τον Καπιτζή Μεχμέτ Μπέη. Στο αρχικό τετράγωνο
κτίριο προστέθηκαν δύο, ορθογώνιοι στην κάτοψή τους,
χώροι, ένας στο βόρειο κι ένας στο νότιο τοίχο. Στο
χώρο μπροστά από την είσοδο του κτιρίου προστέθηκε μια
περιμετρική στοά η οποία στηρίζεται σε δέκα οκτώ
κίονες. Η στοά καλύπτεται με ακανόνιστους σκαφοειδείς
θόλους εκτός από τα σημεία εισόδου στο τζαμί και στην
αυλή, που καλύπτονται με τρούλους. Οι τρούλοι αυτοί
είναι πιο υπερυψωμένοι από τους υπόλοιπους σκαφοειδείς
θόλους. Μ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε στα δυτικά
του κτιρίου μια αυλή, ακανόνιστου τετραπλεύρου
σχήματος με εισόδους στα βόρεια και στα νότια.
Ο κεντρικός τρούλος του
κτιρίου είναι σκεπασμένος με φύλλα μολύβδου και στην
κορυφή του φέρει τμήμα του άλεμ ενώ οι υπόλοιποι θόλοι,
όπως επίσης και η αυλή που πλέον έχει σκεπαστεί και
αυτή με κεραμίδια. Ο μιναρές του τζαμιού δεν σώζεται.
Οι στεγασμένοι χώροι του
τζαμιού και της αυλής για πολλά χρόνια στέγασαν τον
κινηματογράφο Αλκαζάρ ενώ η στοά διαμορφώθηκε σε μια
σειρά από εμπορικά καταστήματα. Εξαιτίας αυτών των
χρήσεων το μνημείο υπέστη πολλές αλλοιώσεις της
αρχικής του φυσιογνωμίας.