|
|
|
_____________________________________________
Κείμενα
Αναφορές σε λογοτεχνικά κείμενα

Γιώργος Ιωάννου, Ομόνοια
1980.
Πάντως, η
πιο πρόσφατη απώλεια αυτής της μεριάς είναι το εξαίσιο
σινεμά «Κοτοπούλη», που το γκρέμισαν δήθεν για να
χτίσουν στο οικόπεδο την εποχή ακόμα της χούντας, 1973
ή 1974, και μετά το άφησαν άχτιστο, κάνοντας με το
πάσο τους εκβαθύνσεις. Η σκιά του που διαγράφεται
σαφώς στους τοίχους των κολλητών κτιρίων φέρνει δάκρυα
στα μάτια των νοσταλγών και των ειδημόνων! Ήταν ένα
σινεμά πλατύ, ανοιχτόκαρδο και αρκετά καθωσπρέπει.
Συνάμα ήταν φτηνό και ερωτικά κατάλληλο, τραβούσε
δηλαδή ερωτικό κόσμο, με τη στολή του Έρωτος και τη
φαρέτρα. Βλέποντάς το κατασυγκινούμαι κι ακούγοντας το
θρήνο που υψώνεται γίνομαι ποιητής και ψιθυρίζω τους
στίχους: «Εε κλαίει λαός?».
Δεν θα
βγούμε από την περιοχή μας και το θέμα μας, αν
αναφέρουμε και το αλησμόνητο εκείνο σινε «Ελλάς», που
βρισκόταν λίγο παραμέσα, αριστερά τω εισερχομένω, εκεί
όπου τώρα βρίσκεται ένα μεγάλο σουπερμάρκετ. Ήταν
ωραίο σινεμά, αλήτικο, πιο αρρενωπό από το «Ροζικλαίρ»,
στην Πατησίων, όπου οικοδομείται τώρα ένα μεγαθήριο.
Και, επιτέλους, το «Ροζικλαίρ» και το «Κοτοπούλη» τα
γκρεμίσανε, αυτό όμως που μόνο το φτιασιδώσανε και το
μετέτρεψαν σε μπακάλικο, πονάει. Είναι κωμικοτραγικό
να ψωνίζεις μέσα σ αυτούς τους ίδιους τοίχους του
ισογείου, όπου ούρλιαζες και χτυπούσες τα ποδάρια σου
στις κρίσιμες στιγμές του έργου- ίσως και τον καουμπόη
Ρόναλντ Ρήγκαν � να ψωνίζεις υπό τους ήχους απαλής
μουσικής τα προϊόντα της καταναλωτικής οικονομίας.
Μαριος Χάκας, Τυφεκιοφόρος
του εχθρού, διγήματα, Κέδρος 1978.
Στο διήγημα
"Το σινεμά"
Το Πάλλας
έπαιζε «Ματωμένη Κοιλάδα». Τον τελευταίο καιρό το
Πάλλας έφερνε όλο
γουέστερν. Το Μον Σινέ είχε ελληνικό. Από τον τίτλο
που διάβαζε, έκανε μπαμ. Μελό δακρύβρεχτο. Έμενε μόνο
να διαβάσει στη λέξη «Νανά». Αν κι αυτό δεν έπαιζε
κάτι της προκοπής, που θα πήγαινε απόψε, πως θα
περνούσε η βραδιά;
Τελικά
ήξερε πως θα πήγαινε σ ένα από τα τρία. Όχι πως δεν
υπήρχαν άλλα σινεμά εκεί γύρω, αλλά δεν μπορούσε να
πάει αλλού. Ήταν όλα καινούργια και δεν είχε πάει ποτέ
του. Γι αυτόν, το σινεμά, δεν ήταν το έργο μονάχα.
Ήταν κι όλα εκείνα, που προηγούνται απ το έργο: Η
αδημονία να τελειώσει το βραδινό φαγητό, το
χειμωνιάτικο αγέρι στο πρόσωπο, η είσοδος με τις
φωτογραφίες, η κοπέλα στο κουτί του ταμείου.
Από τα
καινούργια σινεμά δεν ήξερε τίποτα. Ούτε πως είναι η
είσοδος, που οι φωτογραφίες και που το ταμείο. Από τις
ονομασίες του μόνο, που απηχούσαν ταν τριγύρω περιοχών
τα ονόματα, καταλάβαινε πως είναι κοντά κι έριχνε έτσι
κατατοπιστικά μια ματιά χωρίς να διανοηθεί πως θα
μπορούσε να παρακολουθήσει ταινία εκεί μέσα. Έτρωγε
και ταυτόχρονα διάβαζε τα θεάματα, αποφεύγοντας να
κοιτάξει τη λέξη «Νανά», αποφεύγοντας ν αγγίξει εκείνο
το κομμάτι το κρέας που του φαινόταν καλύτερο,
αφήνοντάς το στο τέλος. Θα δεχόταν μια απογοήτευση ή
θάβγαινε κερδισμένος απ το παιχνίδι;
Πάτρικ
Λη Φέρμορ, Μάνη, Κέδρος 1972
Οι γάτες
της Αθήνας, σαν τους πολίτες της, είναι πολύ έξυπνες.
Αμέσως μετά τον πόλεμο συνήθιζα να τρώω, σχεδόν κάθε
βράδυ, σε μιαν υπαίθρια ταβέρνα στην Πλάκα. Η μια άκρη
του κήπου χωριζότανε μ΄ έναν
ψηλό τοίχο από έναν υπαίθριο κινηματογράφο. Κάθε βράδυ,
την ίδιαν ώρα, ένας πελώριος μαυρόασπρος γάτος
περπατούσε προσεχτικά πάνω στα κεραμίδια, για να
καθήσει, με τη ράχη του γυρισμένη σε μας, στον τοίχο
αυτόν, αφοσιωμένος κι ακίνητος, έξω απ'
το αργό, ρυθμικό κούνημα της κρεμασμένης
του ουράς. Έπειτα από πέντε ακριβώς λεπτά έφευγε πάλι
μακριά, πάνω στις στέγες. Η εξήγηση που έδωσε το
γκαρσόνι γι αυτή τη συμπεριφορά, ήτανε φανερά σωστή: «Έρχεται
για να δη το Μίκυ-μάους, κάθε βράδυ», εξήγησε. «Μπορείτε
να διορθώσετε την ώρα σας μ΄
αυτόν».
Γιάννης Ξανθούλης, Το ροζ
που δεν ξέχασα, Καστανιώτης 1991.
Μεταναστεύαμε όλα σχεδόν τα απογεύματά μας στο «Σινέ
Βουάλ» και είδαμε όλες τις ταινίες, κατάλληλες κι
ακατάλληλες, που πρόβαλλε ο κινηματογράφος της
Χριστοφόρου. Η οδός Κεραμεικού, όσο παρακατιανή κι αν
φαινόταν σ΄ εμάς τους «Ναπολιτάνους»
απ' τους πρόποδες του
Λυκαβητού, έγινε η οδός λήθης. Εκεί πασχίζαμε να
αφανίσουμε απ΄ τη θύμηση το
καλοκαίρι και ό,τι ακολούθησε, βοηθώντας την Αίντα. Η
γιαγιά μετρούσε εισιτήρια σαλιώνοντας τα δάχτυλα, εγώ
φλιτάριζα την αίθουσα με μια τρόμπα σκορπώντας μια
αηδιαστική εσάνς λεμονιού ανάμεικτη με κρέμα καραμελέ
κι εντομοκτόνο και η μαμά -
γιατί προέκυπτε και η μαμά στην παρέα αραιά και
που - θήλαζε το Νικάκι
μισοφανερά χαϊδεύοντας τα στήθια της στο θλιμμένο
μουτράκι του. Και οι ταινίες που αγαπούσα, πάντα
γερμανικές, με αυτοκράτορες ή γκουβερνάντες στα δάση
της Βαυαρίας να γαμιούνται από στρατιώτες μέσα στον
παροξυσμό της φύσης, δίπλα σε φαλλόσχημα μανιτάρια και
μελωμένα βατόμουρα. Ήξερα ότι έκαναν έρωτα, κι ας μην
έδειχνε η οθόνη παρά τα χείλη που εφάρμοζαν και μετά
διακριτικά ο φακός τραβούσε τις κορφές των ελάτων ή τα
σύννεφα και τα ηλιοβασιλέματα. Ήξερα ότι στο σημείο
αυτό ακριβώς τα στόματα σαλιώνουν τα αυτιά και το
λαιμό. Στα «Επίκαιρα» οι Εγγλέζοι σκότωναν Κύπριους
και ο στρατηγός Ντε Γκολ έκανε παρελάσεις.
Μένη Κουμανταρέα, Τα
χιόνια του Δεκέμβρη παραμονεύουν πάντα, χριστουγεννιάτικο διήγημα,
ΤΟ ΒΗΜΑ ,
25-12-2004
Στον ουρανό είχε ανατείλει ένα φεγγάρι
σαν καρβέλι που του είχαν δώσει μια δαγκωνιά και πήγαινε κι αυτό
μαζί μας όπου πηγαίναμε κι εμείς. Στο άγνωστο. Προχωρούσαμε με βήμα
κανονικό και δίπλα μας από αριστερά και δεξιά πήγαιναν τα παλληκάρια
που μας επέβλεπαν. Πότε πότε όταν μιλούσαμε έμπηγαν μια γκαρίλα μα
έπειτα λούφαζαν κι αυτοί. Κάθε τόσο άναβαν κι ένα τσιγάρο, αμέτρητα
τσιγάρα. Σκοτάδι κι έβλεπα τις καύτρες τους να φτιάχνουν ένα τείχος
γύρω μας σαν φωτιές που θα μας προφύλαγαν από τα άγρια θηρία. Ποια
να ήταν τάχα αυτά τα άγρια θηρία; Μήπως οι ίδιοι αυτοί, οι φύλακες
άγγελοί μας; Κάπου κάπου μακριά έσκαγε κάποιος όλμος και ο ορίζοντας
στιγμιαία φωτίζονταν σαν αποτυχημένο πυροτέχνημα σε νύχτα
ματαιωμένης γιορτής. Τυλιγμένοι στις κουβέρτες μας και με τη μάνα
μου να ψάχνει κάθε τόσο μες στο σκοτάδι να βρει το χέρι μου,
πορευτήκαμε μέσα στην παγωνιά της παραμονής των Χριστουγέννων, που
άλλοτε σπίτι μας ήταν γεμάτη φως, καλά ρούχα και φαγητά.
Κάποτε φτάσαμε σ' ένα ανοικτό περιφραγμένο
χώρο, που όπως μάθαμε τα καλοκαίρια λειτουργούσε ως θερινό σινεμά. «Φοίβος»
λεγόταν. Εκεί κατασκηνώσαμε πρόχειρα ο ένας όμηρος πάνω στον άλλον -
γιατί όμηροι είμασταν πια - για να ζεσταινόμαστε και να παίρνουμε
θάρρος. H νύχτα πέρασε όπως όπως, κοιμήθηκα με προσκεφάλι τα γόνατα
της μάνας μου που την ένιωθα μες στον ύπνο της να τινάζεται.
H αυγή μάς βρήκε ξαγρυπνισμένους με άσπρα
πρόσωπα μέσα στο σινεμά. Αυτή τη φορά το έργο είμασταν εμείς. Εκ
περιτροπής τέσσερις άντρες εναλλάσσονταν στα τέσσερα άκρα, με τα
τουφέκια τους, ζωσμένοι φυσεκλίκια. Πότε πότε έφταναν κάποιοι
μυστήριοι με πολιτικά, μιλούσαν μαζί τους κι έφευγαν.
Δεν μπορεί, θα μας αφήσουν, επέμενε μια
φιλάσθενη κυρία κάτωχρη με όλες τις πούντρες και τα κραγιόν της
φευγάτα.
«Μπα, μην ελπίζετε», είπε ένας κύριος
αξύριστος, με τις άσπρες τρίχες του σε πλήρη ανθοφορία - αυτός δεν
θα είχε προλάβει τον κουρέα του πατέρα μου -, «κάπου αλλού μας πάνε».
Ακόμα δεν ξέραμε ότι κάποιους από τους
ομήρους τους πήγαιναν μακριά στα βουνά, στα Κρώρα, κι εκεί τους
εκτελούσαν.
Μας έβαλαν πάλι στη σειρά για να μας
μεταφέρουν. Πού μας πήγαιναν; H αγωνία στα πρόσωπά μας. Ανήμερα των
Χριστουγέννων και κανείς μας να μην έχει όρεξη να ευχηθεί τα χρόνια
πολλά. Ο Χριστούλης αργούσε να γεννηθεί για μας.
Μας οδήγησαν σ' ένα μεγάλο σκοτεινό υπόγειο
κοντά στον κινηματογράφο που θα πρέπει να ήταν ταβέρνα ή χώρος
αποθήκευσης. Το μόνο προσόν του ότι δεν είμασταν εκτεθειμένοι στο
ύπαιθρο. Υπήρχαν μεγάλα αραχνιασμένα βαρέλια, καρέκλες σπασμένες και
σωριασμένες η μια πάνω στην άλλη και κάποια εργαλεία μαστορικής, που
στα μάτια μου φάνταζαν όργανα βασανισμού. Μπορεί να μην είχα ζήσει
τέτοιες καταστάσεις, μα το μυαλό μου ήταν γεμάτο ιστορίες τύπου
Μιχαήλ Στρογκώφ
5
|