ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ
Η ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ
ΧΡΟΝΙΚΟ
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ
i Αθήνα
i Πειραιάς
i Θεσσαλονίκη
i Επαρχία
i Διασπορά
i Άνθρωποι
i Κείμενα
ΜΗΧΑΝΕΣ
ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ
ΠΛΑΝΟΔΙΟΙ
ΒΙΒΛΙΑ
LINKS
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ


_____________________________________________ Κείμενα
 

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΜΝΗΜΗ – ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΕΚΠΤΩΣΕΩΝ

Βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη, μέσα Μάρτη 2004, τις ημέρες του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, για 24 ώρες. Πριν από οτιδήποτε άλλο, αποφάσισα να κάνω μια επίσκεψη στους προσφιλείς νεκρούς μου. Κι έτσι πήρα τους δρόμους. Ήταν μια μέρα ηλιόλουστη.

Στην πλατεία Βαρδαρίου αναζήτησα το «Ίλιον», το θρυλικό «Σπλέντιτ». Είχα μάθει από τις εφημερίδες ότι είχε γκρεμιστεί. Στη θέση του είδα να έχει ανεγερθεί μια πολυτελής πολυκατοικία γραφείων. Όλο γυαλί. Στο ισόγειο, στη θέση του παλιού κινηματογράφου, λειτουργεί πλέον ένα αμερικανικής προέλευσης και ονομασίας φαστ φουντ. Υποπτεύομαι ότι θα το προτιμούν οι στρατιώτες της ΚFOR που έχουν πλέον μόνιμη παρουσία στην πόλη.

Απέναντι, αναζήτησα το «Πάνθεον». Το είχα δει να γκρεμίζεται πριν λίγα χρόνια. Έμεινε για καιρό ένα άθλιο σκάμμα γιατί στα θεμέλια του κινηματογράφου εντόπισαν αρχαία. Στη θέση του ορθώθηκε τώρα ένα ακόμη πολυώροφο χτίριο γραφείων στο οποίο, μάλιστα, δόθηκε το ίδιο όνομα αλλά με λατινικά στοιχεία: «Pantheon». Το πάνθεον της σύγχρονης επιχειρηματικής δράσης και κακογουστιάς.

Μετά κι απ αυτό, δεν απέμεινε ίχνος κινηματογράφου στο Βαρδάρη. Εκεί που βρίσκονταν οι κατ εξοχήν λαϊκοί κινηματογράφοι της πόλης. Το «Αττικόν», το «Πάνθεον», το «Σπλέντιτ». Και συνέρεαν τα πλήθη των φτωχών της πόλης για να ανοίξουν πανιά και να ταξιδέψουν με τη φαντασία…

…Και σα να είδα κάποιους εργάτες να βγαίνουν από το Αττικόν, μετά την προβολή της ταινίας «Ο Βαρκάρης του Βόλγα»  και να οργανώνουν αυθόρμητα διαδήλωση προς το κέντρο της πόλης. Το δράμα κι η νίκη του ρώσου μουζίκου τους είχε συνεπάρει τόσο που τραγουδώντας το τραγούδι της ταινίας άρχισαν να προχωρούν λες και είχαν πάρει μέρος όχι σε προβολή αλλά σε απεργιακή συγκέντρωση.

Άλλωστε αυτός ο κινηματογράφος, όπως κι οι άλλοι της πλατείας ήταν τόσο πολύ συνδεδεμένοι και τους αγώνες τους - δίπλα ήταν το Εργατικό Κέντρο κι οι συνελεύσεις των σωματείων εδώ γίνονταν. Αλλού τόσο δεμένους κινηματογράφους με τη ζωή δε βρήκα.

Προχώρησα παρακάτω. Έφτασα στο «Αλκαζάρ». Όχι δεν γκρεμίστηκε ακόμη. Κηρύχθηκε διατηρητέο. Εξακολουθεί να παραμένει ένα άθλιο ερείπιο με το χρόνο να φθείρει διαρκώς το κουφάρι του παλιού τζαμιού που μετετράπη προπολεμικά σε «ναό» της έβδομης τέχνης. Οι ταμπέλες που έγραφαν το όνομά του αφαιρέθηκαν. Ίσως από ντροπή, πιθανόν για λόγους προστασίας των περαστικών. Κάποια ώρα, όχι πολύ μακρινή, θα καταρρεύσει.

Σα να άκουσα από μέσα ήχους.  Και τούρκικα να μιλούν. Όχι, δεν ξαναγύρισαν κάποιοι απ τους παλιούς κατοίκους της πόλης. Είναι  ο προσφυγόκοσμος της λεγόμενης συμπρωτεύουσας που προτιμούσε το Αλκαζάρ, το πρώην Χαμζά Μπέη τζαμί γιατί πρόβαλε συχνά τούρκικες ταινίες. Κι έβλεπαν εικόνες από την πατρίδα που άφησαν οριστικά. Και το δάκρυ έτρεχε ποτάμι.

Λίγο περπάτημα ακόμα και φτάνω στα θρυλικά «Ηλύσια». Στην Παύλου Μελά. Βλέπω εργάτες να δουλεύουν πυρετωδώς. Πριν δέκα χρόνια περίπου όταν ο κινηματογράφος άλλαζε χρήση συνάντησα τον αρχιτέκτονα του υπουργείου Πολιτισμού που επέβλεπε το έργο της ανακατασκευής. Τότε ο κινηματογράφος θα γινόταν ένας σύγχρονος «χώρος αναψυχής» γεμάτος με δραχμοβόρα (τότε) ηλεκτρονικά παιχνίδια. Ο αρχιτέκτονας είχε φροντίσει να διατηρήσει αλλά να αναδείξει εσωτερικά το οικοδόμημα όλα τα εξαίσια αρχιτεκτονικά του γνωρίσματα. Ήταν εντυπωσιακός ο διάκοσμός του.

Σα να ανοίγω ένα παλιό περιοδικό και να διαβάζω: «Την παρελθούσαν Κυριακήν ήνοιξε τας πύλας του ο νέος Κινηματογράφος «Ηλύσια» ένα αληθινό κομψοτέχνημα και στόλισμα δια την πόλιν μας. Αι εξωτερικαί εμφανίσεις του νοεδμήτου κτιρίου είναι ανώτεραι πολλών μεγάλων κινηματογράφων της Ευρώπης, ο εσωτερικός διάκοσμος πλουσιώτατος τελείως μοντέρνος. Εν ολίγοις από απόψεως εμφανίσεως, εσωτερικής διαρρυθμίσεως, πλούτου και ανέσεως, είνε εκ των ολίγων Κινηματογράφων της Ελλάδος, είμεθα βέβαιοι ότι και αι Αθήναι στερούνται ομοίου τοιούτου».(περιοδικό Κινηματογραφικός Αστήρ).

Δεν ξέρω άλλον κινηματογράφο που για την επιλογή του ονόματός του διενεργήθη δημοψήφισμα!

Αλλά ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, και τώρα είδα εργάτες να μπαίνουν μέσα και με την καθοδήγηση σύγχρονων αρχιτεκτόνων να τα σακατεύουν όλα. Η οθόνη εξαφανίστηκε, το ίδιο και ο υπέροχος διάκοσμος γύρω από αυτήν. Τα γύψινα διακοσμητικά και χρώματα της οροφής αφαιρέθηκαν. Εξωτερικά, το χτίριο γέμισε μεγάλες βιτρίνες. Πλήρης αλλοίωση της πρωταρχικής μορφής. Ρώτησα και μου είπαν ότι το κινηματογραφικό «κομψοτέχνημα» θα γίνει κατάστημα ρούχων ΦΕΝΑ.

Και θυμήθηκα τον Κώστα Τομανά: «Στην Κατοχή, οι γερμανοί παραχώρησαν τα ΗΛΥΣΙΑ στους ιταλούς για την ψυχαγωγία των στρατιωτών τους. Οι ιταλοί επέτρεπαν την είσοδο και σε έλληνες, φτάνει να μη καθόντουσαν στην πλατεία, που τα καθίσματά της προορίζονταν αποκλειστικά για τους ιταλούς. Όπως όμως συμβαίνει ανέκαθεν στην Ελλάδα - και στην Ιταλία - οι απαγορεύσεις δεν τηρούνταν απόλυτα. Στο μισοσκόταδο, οι γκλοριόζι σολντάτοι συναδελφώνονταν με τους δικούς μας, έδειχναν τις φωτογραφίες των οικογενειών τους, μιλούσαν εναντίον του πολέμου, του Μουσολίνι και του φασισμού και στο τέλος έκαναν κι ανταλλαγές και αγοραπωλησίες αγαθών.   

Αναρωτιέμαι αν ο νέος υπουργός πολιτισμού, ως Θεσσαλονικιός με ευαισθησίες, θα κληθεί στα εγκαίνια του νέου πολυτελούς καταστήματος.

Συμπτωματικά την ώρα που κινηματογραφούσα το άθλιο θέαμα περνά ένα μισοσκουριασμένο «ντάτσουν» κι οι τσιγγάνοι πληροφορούν από τα μεγάφωνα τους κατοίκους της περιοχής ότι αγοράζουν όλα τα «παλιά».

Φτάνω στο λιμάνι. Από την προβλήτα έχεις μια πανοραμική θέα της παραλίας. Προσπαθώ να φανταστώ που θα ήταν αραγμένο το σινε «Κουρσάλ». Ο μοναδικός στην Ελλάδα, και ίσως στον κόσμο, πλωτός κινηματογράφος. Δυστυχώς δεν σώθηκε καμία φωτογραφία του.

Φαντάζομαι την εβραϊκή πελατεία του να ανεβαίνει με κάποιο αίσθημα ανασφάλειας σ αυτόν τον περίεργο κινηματογράφο. Και σε κάθε άγαρμπο πάτημα να κουνιέται περισσότερο. Και την ώρα της προβολής ο ελαφρός κυματισμός να λικνίζει το πλεούμενο. Κι η οθόνη να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει! Φανταστική αίσθηση.

Με αυτές τις εικόνες στο θολωμένο μυαλό, μπαίνω στο μουσείο κινηματογράφου. Στεγάζεται σε μια παλιά αποθήκη του λιμανιού. Πριν λίγο καιρό έμαθα (καθυστερημένα) ότι ένας Θεσσαλονικιός, ο Βασίλης Παπαδόπουλος έδωσε στο Μουσείο μια συλλογή από παλιές ταινίες. Ανάμεσά τους και μια που προβλήθηκε στο «Κουρσάλ». Να κάτι απτό από έναν εφήμερο κινηματογράφο που σαν οπτασία φαντάζει.

Αναζητώ την ταινία. Οι ευγενικοί υπάλληλοι, παρά τις προσπάθειες που καταβάλουν, δεν μπορούν να την εντοπίσουν. Υποσχέθηκαν ότι στο μέλλον κάτι θα κάνουν. Αναρωτιέμαι αν έκανα μια άχρηστη κίνηση.

Κάθομαι στο καφέ της προβλήτας. Ένας σκέτος καφές είναι αναγκαίος, αυτήν την υπέροχη ανοιξιάτικη μέρα. Απέναντι, μοντέρνα κτίρια καλύπτουν όλο το μέτωπο της πόλης  προς τη θάλασσα που σφύζει από ζωή. Την πόλη που φιλοξενεί το πιο σημαντικό κινηματογραφικό Φεστιβάλ της χώρας. Την πόλη που δαπανά για τις κινηματογραφικές της εκδηλώσεις περισσότερα χρήματα απ όσα το Κέντρο Κινηματογράφου για παραγωγές ταινιών. Την πόλη που διαθέτει το μοναδικό κινηματογραφικό μουσείο της Ελλάδας. Την πόλη που καταστρέφει μεθοδικά την κινηματογραφική της μνήμη…

Ήταν καθαρή σύμπτωση ότι τα γκαρσόνια του καφέ της προβλήτας και οι βοηθοί τους φορούσαν ομοιόμορφα μαύρα ρούχα ακόμη και μαύρες ποδιές!

Νίκος Θεοδοσίου

 

ΥΓ. Καθαρή σύμπτωση ότι μια ταινία μου προβλήθηκε στα πλαίσια του πληροφοριακού τμήματος του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ ενώπιον δέκα θεατών. Είχε θέμα τους πλανόδιους κινηματογραφιστές.

5

Home | Κινηματογράφοι | Μηχανές | Μηχανικοί | Πλανόδιοι | Επικοινωνία

Copyright © 2003 NIKOS THEODOSIOU