|
Λευτέρης Σκλάβος(1915-2007)
Ο Λ. Σκλάβος γεννήθηκε στη
Σμύρνη το 1915 και ήρθε στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή
ακολουθώντας τη μοίρα ενός εκατομμυρίου Ελλήνων.
Δωδεκάχρονο παιδί ήταν το νεαρό
προσφυγόπουλο όταν, το 1925, αναζητώντας δουλειά στην Ελλάδα έφτασε στα
Ταμπούρια, στον κινηματογράφο «Αθήναιον». Εκεί ανέλαβε το κυλικείο αλλά
δεν παρέλειπε και να ανεβαίνει στην καμπίνα και να βοηθάει τον μηχανικό
γυρίζοντας τη μανιβέλα της χειροκίνητης μηχανής προβολής.
Ο πιανίστας του «Αθήναιον» από τη
μεριά του έμαθε στο μικρό Λευτέρη να παίζει στο πιάνο δύο μουσικά θέματα
και στην τελευταία παράσταση την κοπάναγε αφήνοντας τον δωδεκάχρονο να
επενδύει ηχητικά τις βωβές ταινίες.
Από κει και μετά η πορεία ήταν
προδιαγεγραμμένη. Στα 17 του, το 1936, ο Λ. Σκλάβος νοίκιασε τον πρώτο
του κινηματογράφο, τον «Αστέρα» στα Λιπάσματα και το καλοκαίρι της ίδιας
χρονιάς έστησε τον θρυλικό
«Ορφέα» σε ένα άδειο οικόπεδο στην οδό Βουλιαγμένης.
Ασχολήθηκε αποκλειστικά σαν
επιχειρηματίας μόνο με κινηματογράφους. Εκτός από τον «Ορφέα» έστησε
κατά καιρούς και άλλους κινηματογράφου στον Πειραιά, τη Λάρισα, το Άργος,
και αλλού. Ακόμα και κινητό κινηματογράφο έφτιαξε και γύριζε στα χωριά.
Ο «Ορφέας» όμως έγινε θρύλος. Το όνομα
Ορφέας τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή. Κι ένα παιδί που βάφτισε,
Ορφέα το ονόμασε. Κι έναν σκύλο που είχε Ορφέα τον έλεγε. Κι ο γιος του
ο Πωλ στον κινηματογράφο που έστησε στη Σαρωνίδα «Ορφέα» τον βάφτισε για
να διατηρηθεί η συνέχεια
Η πλούσια κινηματογραφική δράση του
έφερε, αναγκαστικά, στα χέρια του ένα πλούσιο κινηματογραφικό υλικό,
αφίσες, φωτογραφίες και γιγαντοαφίσες που είχε την πρόνοια να φυλάξει.
Από τo υλικό αυτό άλλωστε προήλθε η γνωστή συλλογή HELAFI.
Το αφήγημα που
ακολουθεί στηρίζεται στις αφηγήσεις του Λευτέρη Σκλάβου
Το λουρί!
Ο
Λευτέρης ανεβαίνει την εξωτερική σιδερένια σκάλα που οδηγεί στην καμπίνα
προβολής. Πριν πατήσει το τελευταίο σκαλί κι ανοίξει την πόρτα,
κοντοστέκεται. Από εδώ έχει μια πανοραμική θέα όλου του κινηματογράφου.
Ένα ελαφρύ αεράκι που
κατεβαίνει από τον Υμηττό φέρνει μια ευχάριστη δροσιά που οι θεατές του
σινεμά απολαμβάνουν μαζί με τη παγωμένη γκαζόζα. Είναι τα προνόμια του
θερινού σινεμά που τίποτα άλλο δεν μπορεί να ανταγωνιστεί.
Στο βάθος η σχεδόν
τετράγωνη οθόνη, τότε δεν υπήρχε το σινεμασκόπ, που φωτίζεται από τις
ασπρόμαυρες «κινούμενες σκιές», έχει απορροφήσει και την όραση και την
ακοή του πλήθους που γεμίζει ασφυκτικά την ευρύχωρη μάντρα. Η ταινία «Ο
Μαύρος Πειρατής» είναι μια δυνατή περιπέτεια με ξιφομαχίες, ρεσάλτα,
φουρτουνιασμένες θάλασσες και δυνατές αγάπες. Και βόμβες να πέφτανε
τριγύρω είναι σίγουρο ότι κανείς δεν θα έφευγε από τη θέση του.
Ο ήλιος έχει δύσει εδώ
και λίγη ώρα και το σκοτάδι απλώνεται αργά αργά πάνω στη πόλη. Πίσω από
την οθόνη διακρίνεται αχνά το λοφάκι του Αη Γιάννη του Κυνηγού και στο
βάθος η Ακρόπολη με φόντο ένα σκούρο μπλε ουρανό με κόκκινες ανταύγειες.
Ο Λευτέρης συνηθίζει
πολλές φορές να σταματάει σ αυτό το σκαλί. Του προκαλεί μια απέραντη
ικανοποίηση. Νοιώθει σαν τον αθλητή που ανεβαίνει στο ψηλότερο σκαλί του
βάθρου. Ή καλλίτερα σαν καταχτητής. Αυτός ο κινηματογράφος, που του
έδωσε μάλιστα κι ένα ποιητικό όνομα, «Ορφεύς», είναι δικός του και είναι
σίγουρος ότι θα είναι για πολλά χρόνια ακόμη. Δεν τον νοιώθει σαν
επιχείρηση, είναι περισσότερο το μεγάλο του παιχνίδι, αυτός που δεν
πρόλαβε να παίξει παιδικά παιχνίδια.
Η φωτισμένη οθόνη τον
τραβάει κι αυτόν κι δράση της ταινίας τον παίρνει μαζί της. Του
συμβαίνει συχνά.
Εκεί που έχει απορροφηθεί
από τη δράση στο πανί, βλέπει την εικόνα να σκοτεινιάζει σιγά σιγά. Στην
αρχή νομίζει ότι είναι κάποιο σκηνοθετικό κόλπο αλλά γρήγορα συνέρχεται.
Την ταινία την έχει ξαναδεί και δεν θυμάται να σκοτεινιάζει σε αυτό το
σημείο. Ξέρει τι έχει συμβεί.
-
Το λουρί! Το λουρί, φωνάζει
με όλη την ένταση των πνευμόνων του προς την πλατεία του κινηματογράφου
ενώ κατεβαίνει προς τα κάτω, πηδώντας δυο δυο τα σκαλιά.
Στο άκουσμα της φωνής του,
μια ομάδα από καμιά δεκαριά πιτσιρίκια πετάγεται από τις μπροστινές
θέσεις του κινηματογράφου και τρέχει σα δαιμονισμένη προς μια πλαϊνή
πόρτα.
- Που έχετε το μυαλό σας
αναθεματισμένα; τους φωνάζει αγριεμένος.
Ξέρει πολύ καλά που το
έχουν, εκεί που τον είχε κι αυτός, αλλά πρέπει να κάνει τον αυστηρό.
Είναι το αφεντικό. Κι ας είναι ακόμα παιδί κι αυτός. Ας μην έχουν
σκληρύνει ακόμα οι τρίχες στο πρόσωπό του.
Όλα μαζί τα παιδιά
τρέχοντας φωνάζουν
-Το λουρί! Το λουρί!
Οι θεατές που δε
συμμερίζονται την ανησυχία του Λευτέρη, φαίνεται να το διασκεδάζουν κι
επαναλαμβάνουν κι αυτοί ρυθμικά τη μαγική λέξη.
- Το λουρί, το λουρί!
Η δράση στο χώρο του
κινηματογράφου τους φαίνεται πιο εντυπωσιακή από τα απίθανα κόλπα των
πειρατών στο πανί που έτσι κι αλλιώς δεν φαίνονται πια. Τα πιτσιρίκια
εξαφανίζονται. Δεν περνάνε ούτε δυο λεφτά και η εικόνα ξαναζωντανεύει.
Οι θεατές χειροκροτούν. Τα πιτσιρίκια με τον ίδιο θορυβώδη τρόπο που
έφυγαν, ξαναγυρίζουν. Μερικές σπρωξιές για τη θέση που έφαγε ο ένας στον
άλλο και ξανά βυθίζονται στην υπόθεση. Μέχρι την επόμενη φορά που θα
ακουστεί η λέξη:
-
Το λουρί, το λουρί!
Ο Λευτέρης βλέποντας τα
μικρά να βυθίζονται και πάλι στις εικόνες της οθόνης σκέφτεται ότι δεν
είναι πολύς καιρός, στην ίδια ηλικία με αυτά, που έπαιρνε το δρόμο για
τον πρώτο του κινηματογράφο. Δεν θα είχε κλείσει τα δέκα…
Και να σκεφτείς ότι όλα
ξεκίνησαν από μια σάπια κολοκύθα!
2.
-
Μάνα, κοίτα τι έφερα,
φωνάζει ο μικρός Λευτέρης την ίδια στιγμή που δίνει μια κλωτσιά κι
ανοίγει την πόρτα.
Η μητέρα καθόταν στο
ντιβάνι και μπάλωνε κάποιες τρύπιες κάλτσες. Με την κλωτσιά στην πόρτα
πετάχτηκε έντρομη επάνω. Ολόκληρη η παράγκα είχε κουνηθεί κι είχε τρίξει
επικίνδυνα. Η πρώτη σκέψη ήταν να τρέξει προς το εικονοστάσι.
Όταν αντιλήφθηκε ότι το
ταρακούνημα προέρχονταν από την κλωτσιά του γιου της οργίστηκε.
-
Θα σε περιλάβω και θα σου
τσακίσω…
Η απειλή έμεινε μισή. Στο
άνοιγμα της πόρτας δεν στεκόταν ο γιος της αλλά μια τεράστια κόκκινη
κολοκύθα με… πόδια. Ο Λευτεράκης είχε εξαφανιστεί πίσω της. Τα χεράκια
του συγκράταγαν με κόπο την κολοκύθα. Αυτός ήταν ο λόγος που άνοιξε την
πόρτα με κλωτσιά. Γονάτισε και την άφησε στο χωμάτινο δάπεδο.
Το πρόσωπο της μητέρας
χαλάρωσε. Εδώ και μερικούς μήνες ο μικρός Λευτέρης δούλευε σε ένα
μανάβικο της γειτονιάς. Κουβάλαγε τα καφάσια, πήγαινε παραγγελίες,
τέτοια. Αντί για χρήματα ο μανάβης του έδινε πράματα από το μαγαζί. Αυτά
που δεν πούλαγε δηλαδή και θα σάπιζαν αν έμεναν. Κι αυτό έλυνε πολλές
φορές το πρόβλημα του καθημερινού φαγητού της πολυπληθούς οικογένειας.
Εφτά παιδιά, έξι αγόρια κι
ένα κορίτσι, η γιαγιά και το αντρόγυνο δεν ήταν εύκολο να τραφούν. Ο
κόσμος είχε έρθει τα πάνω κάτω και γι αυτούς από τη στιγμή που
εγκατέλειψαν τη φλεγόμενη Σμύρνη κι έφτασαν χωρίς τίποτα στην Ελλάδα,
πρόσφυγες.
Αυτός ήταν κι ο λόγος που
και το προτελευταίο παιδί της οικογένειας, ο Λευτέρης, αναγκάστηκε να
εγκαταλείψει το σχολείο, όταν τέλειωσε την πρώτη δημοτικού, και να
συμβάλει, όπως όλοι οι άλλοι, στην επιβίωση της οικογένειας. Στην ηλικία
των εφτά χρόνων αυτή τη δουλειά στο μανάβικο μπόρεσε να βρει. Υπήρχε
μεγάλη ανεργία τότε
Ένα χρόνο μετά την
καταστροφή του 1922 τα καράβια συνέχιζαν να φέρνουν πρόσφυγες, αυτούς
που λέγανε ανταλλάξιμους. Το λιμάνι του Πειραιά ήταν γεμάτο
δυστυχισμένους που έψαχναν απεγνωσμένα έναν τόπο να σταθούν. Παντού
έβλεπες τσαντίρια κι από κάτω απελπισμένα πρόσωπα. Κάποιοι έστηναν
παράγκες για να έχουν μεγαλύτερη προστασία. Μια τέτοια παράγκα είχε
στήσει κι ο πατέρας του Λευτέρη, στον Άγιο Διονύσιο, σε ένα μέρος που
φαινόταν αρχικά το πιο κατάλληλο…
-
Ε, σεις κειπέρα, κάντε
κουμάντο, θα βάλω χυτήριο! ακούστηκε από έξω μια δυνατή αντρική φωνή.
Κι αυτή η φωνή έκανε το
Λευτέρη τη μητέρα του, τη γιαγιά και τη μικρή αδερφή να πεταχτούν
τρέχοντας έξω χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήξεραν τι θα κάνουν γιατί το είχαν
επαναλάβει πολλές φορές. Δίπλα στη παράγκα ήταν ένα βαρέλι γεμάτο νερό.
Προς τα κει πήγαν. Πήραν τενεκέδες άδειους, τους γέμισαν νερό κι
απομακρύνθηκαν γύρω στα δέκα μέτρα. Στα χέρια συνέχιζαν να κρατάνε τους
τενεκέδες με το νερό ενώ τα μάτια τους ήταν καρφωμένα στη μάντρα που σε
λίγο άρχισε να ξερνάει φωτιά.
Ο πατέρας του Λευτέρη, για
καλλίτερη προστασία, είχε στήσει την παράγκα τους ακουμπιστά σε έναν
μεγάλο πέτρινο τοίχο. Μόνο που αυτός ο τοίχος ήταν η μάντρα ενός
χυτηρίου. Όταν ο ιδιοκτήτης του έβαζε να λιώσει μέταλλα, κομμάτια από τα
λειωμένα υλικά πετάγονταν έξω από τη μάντρα. Καμιά φορά έπεφταν πάνω στη
σκεπή της παράγκας που ήταν από πισσόχαρτο κι έπαιρνε φωτιά!
Αυτός ήταν ο λόγος που και
τώρα πετάχτηκαν έξω και άρπαξαν τους κουβάδες με το νερό. Να προλάβουν
την πιθανή πυρπόληση της παράγκας.
-
Η κολοκύθα θα γίνει ψητή άμα
καεί η παράγκα, σχολίασε ο Λευτέρης παρακολουθώντας την τροχιά των
φλεγόμενων μετάλλων.
-
Σταμάτα επιτέλους τις
ανοησίες, φώναξε η μητέρα του. Δεν μπορώ να καταλάβω που βρίσκεις το
αστείο.
Όταν το χυτήριο σταμάτησε
και η λάβα κόπασε μπήκαν πάλι μέσα στην καλύβα.
-
Σήμερα θα σας κάνω πίτες,
είπε η γιαγιά και άρπαξε ένα μαχαίρι για να τεμαχίσει την κολοκύθα.
Τα παιδιά έγλυψαν τα χείλη
τους γιατί η γιαγιά ήξερε να μαγειρεύει περίφημα αλλά πάγωσαν στο θέαμα
της ανοιγμένης κολοκύθας. Ήταν σάπια!
-
Άλλα σάπια δεν είχε να σου
δώσει, σχολίασε πικρόχολα η μητέρα και άρχισε να σκέφτεται τι άλλο θα
μαγείρευε σήμερα.
-
Μμμ, έκανε ο Λευτέρης, τα
σπόρια είναι καλά!
Είχε πάρει ένα σπόρο, τον
είχε ανοίξει με τα δόντια και τον έτρωγε.
-
Τα σπόρια!
3.
-
Ωραίος πασατέμπος,
ολόφρεσκος, ζεστός πασατέμπος! Ορίστε κύριοι! Είναι ζεστός ο πασατέμπος
μου!
Η φωνούλα του Λευτέρη
διαπεραστική ακούγονταν σε όλη την παραλία του Νέου Φαλήρου. Ήταν
απόγευμα και καλοντυμένοι άνθρωποι είχαν βγει για την απογευματινή τους
βόλτα δίπλα στη θάλασσα. Τα παραλιακά κέντρα ήταν γεμάτα κόσμο.
Ο Λευτεράκης κράταγε με το
ένα χέρι σφιχτά στο στήθος ένα πάνινο σακουλάκι, που φαινόταν βαρύ, με
το άλλο ένα φλιτζανάκι του καφέ και διαλαλούσε το εμπόρευμά του.
-
Ζεστός, ολόφρεσκος
πασατέμπος!
-
Είναι ζεστός ρε μούργο ή λες
παραμύθια;
Η ερώτηση έρχονταν από
έναν κουστουμαρισμένο μεσήλικα που στέκονταν μπροστά του με ύφος
καταχτητή.
-
Μάλιστα κύριε, ορίστε,
δοκιμάστε να δείτε!
Με σβέλτες κινήσεις
βουτάει το φλιτζανάκι μέσα στο σακούλι και το βγάζει ξέχειλο από σπόρια.
Ο δύσπιστος κουστουμαρισμένος κύριος απλώνει το χέρι παίρνει έναν και
τον δοκιμάζει.
-
Αλήθεια λέει, γυρίζει προς
την σύζυγο και την κόρη του που στέκονται παραδίπλα και κοιτούν με
οίκτο το νεαρό προσφυγόπουλο. Θέλετε να πάρουμε;
Η μικρή με το κατάλευκο
φουστανάκι χαμογελάει.
Ο πασατέμπος που δίνει
στον κουστουμαρισμένο κύριο ο Λευτέρης δεν είναι άλλος από τα σπόρια της
σάπιας κολοκύθας που του έδωσε σαν αμοιβή ο μανάβης. Ήταν ιδέας της
γιαγιάς να αξιοποιήσουν τουλάχιστον τα σπόρια και να μην πάει χαμένη όλη.
Έτσι τα σπόρια πλύθηκαν,
στέγνωσαν και τελικά ψήθηκαν στη φωτιά με το εργαλείο που είχαν για να
καβουρντίζουν τον καφέ. Ο Λευτέρης ανέλαβε να βγει και να πουλήσει τους
ψημένους κολοκυθόσπορους. Για να διατηρηθούν ξεστοί και να είναι πιο
ελκυστικοί στον πελάτη ζέστανε ένα τούβλο και το έβαλε μέσα στο σακούλι!
Η ιδέα ήταν περίφημη. Οι
πασατέμποι πουλήθηκαν καλά, ο Λευτέρης έπιασε μερικές δεκάρες, που ήταν
τα πρώτα του λεφτά κι αυτό τον ικανοποίησε πολύ. Έτσι απομάκρυνε από το
μυαλό του την ιδέα να ξαναγυρίσει στο μανάβικο. Ή για την ακρίβεια στο
μανάβικο πήγαινε τώρα για να παίρνει κολοκυθόσπορους που έψηνε και
πούλαγε στο Νέο Φάληρο.
Η επιλογή της περιοχής δεν
ήταν τυχαία. Η παραλία δεν είχε τη σημερινή τσιμεντένια μορφή και η
θάλασσα ήταν καθαρή. Είχε εξοχικά κέντρα, θέατρο, κινηματογράφο. Ήταν
ένα μέρος που προσείλκυε πολύ κόσμο από την Αθήνα και τον Πειραιά και
μάλιστα ευκατάστατο κόσμο.
Η επιχείρηση του Λευτεράκη
σιγα σιγα μεγάλωσε. Στους πασατέμπους πρόσθεσε στραγάλια, ηλιόσπορους,
φιστίκια. Βρήκε κι ένα καροτσάκι με τρεις ρόδες, έβαλε πάνω μια λαμαρίνα
και πάνω της ακουμπούσε τους ξηρούς καρπούς. Κάτω από τη λαμαρίνα έβαζε
αναμμένα κάρβουνα κι οι καρποί του ήταν πάντα ζεστοί.
Αυτή η δουλειά γινόταν την
άνοιξη και το καλοκαίρι. Το χειμώνα, που η θάλασσα αγρίευε, η παραλία
του Φαλήρου ερήμωνε. Ο Λευτέρης έπρεπε να βρει άλλο στέκι για να πουλά
τους καρπούς του. Ένα μέρος που μαζεύονταν πολύς κόσμος ήταν οι
κινηματογράφοι. Έτσι τα βήματά του τον έφεραν στα Ταμπούρια, στο
κινηματογράφο «Αθήναιον». Τώρα εδώ ακούγονταν η φωνούλα του!
- Εδώ οι φρέσκοι, ζεστοί,
ολόφρεσκοι πασατέμποι!
Κάθε μέρα, από νωρίς το
απόγευμα μέχρι το βράδυ τον εύρισκες έξω από τον κινηματογράφο.
Το «Αθήναιον» ήταν ένα
σινεμά της γειτονιάς αλλά ήθελε να φαντάζει μεγάλο. Για τις βουβές
ταινίες, όλες τότε ήταν βουβές, δεν είχε γραμμόφωνο, όπως οι
περισσότεροι συνοικιακοί, αλλά πιάνο και βιολί. Οι πρόσφυγες, που
πλημμύριζαν κι αυτή τη γειτονιά, ήταν συνηθισμένοι από την πατρίδα τους
σε τέτοιες πολυτέλειες. Κι ο πονηρός ιδιοκτήτης σκέφτηκε να τους το
προσφέρει.
Μια μέρα ο Λευτέρης άκουσε
τον ιδιοκτήτη του κινηματογράφου, τον Σωκράτη Χατζόπουλο, να λέει σε
κάποιον ότι αυτός που είχε το μπαρ του κινηματογράφου αρρώστησε βαριά
και τα παράτησε. Τώρα έπρεπε να βρει άλλον. Αστραπιαία ήρθε στο Λευτέρη
η ιδέα να κάνει το μεγάλο άλμα. Κι ας ήταν ένα δεκάχρονο παιδί. Τότε
όλοι μεγάλωναν πολύ γρήγορα.
Ο κύριος Σωκράτης ήταν
σκυμμένος εκείνη την ημέρα στο ταμπλό της εισόδου του κινηματογράφου και
κόλλαγε τις φωτογραφίες του καινούργιου έργου.
-
Ήρθα για το μπαρ. Δεν το
νοικιάζετε; άκουσε μια φωνή δίπλα στο αυτί του.
Γύρισε αργά το κεφάλι
γιατί η φωνή κάτι του θύμιζε. Ο κύριος Σωκράτης όταν είδε το μικρό με τα
κοντά παντελονάκια απογοητεύτηκε. Έμεινε για ώρα σκεφτικός. Τον ήξερε το
Λευτέρη, τόσους μήνες έξω από τον κινηματογράφο. Ο Λευτέρης τον κοίταζε
κατ ευθείαν στα μάτια Ο κύριος Σωκράτης έκανε μια γκριμάτσα στο πρόσωπο,
σημάδι ότι σκεφτόταν σοβαρά, και τελικά είπε:
-
Θα στο δώσω, ρε μπαγάσα,
γιατί μου φαίνεσαι εργατικό παιδί. Αν και είσαι νιάνιαρο…
-
Έχω ανάγκη κύριε Σωκράτη,
τον έκοψε ο Λευτέρης. Εφτά άτομα είμαστε. Ο πατέρας γύρισε πίσω…
-
Εσείς τα προσφυγόπουλα
ξέρετε από δουλειά. Κόλα το!
Έδωσαν τα χέρια για να
κλείσουν τη συμφωνία. Έτσι ο μικρός Λευτέρης πήρε την εκμετάλλευση του
μπαρ. Μια τρύπα δηλαδή με διπλή πόρτα. Η μια έβγαζε στο δρόμο και η άλλη
στην αίθουσα του κινηματογράφου. Αλλά αυτή η τρύπα ήταν πια μια σοβαρή
επιχείρηση. Μια κολοκύθα γίγας ας πούμε!
4.
Από την επόμενη μέρα
κιόλας ο Λευτέρης βρέθηκε μέσα στο σινεμά. Η καλλίτερή του. Κυκλοφορούσε
όπου ήθελε, όποτε ήθελε. Καθόταν μια εδώ και μια εκεί. Μύριζε την
μυρωδιά της κλεισούρας που ανέδυε ο κινηματογράφος και ανατρίχιαζε από
ευχαρίστηση. Όταν ξεκίναγε η προβολή ήθελε να παρατάει το μπαρ και να
χώνεται στην αίθουσα. Οι εικόνες στο πανί του κινηματογράφου τον
ταξίδευαν μακριά.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που
έμπαινε σε κινηματογράφο. Στη Σμύρνη, πριν την καταστροφή, πήγαινε
πολλές φορές με τον πατέρα του σινεμά. Εκεί οι κινηματογράφοι είχαν
ολόκληρες ορχήστρες που συνόδευαν μουσικά τα έργα. Είναι οι πιο γλυκές
αναμνήσεις που έχει κρατήσει από την πατρίδα που χάθηκε.
Μάλιστα ο πατέρας του είχε
αγοράσει κι ένα μηχανάκι με λάμπα που έβαζες κομματάκια από φιλμ και τα
έβλεπες μεγενθυμένα στον τοίχο. Από κει του είχε μπει το μικρόβιο του
κινηματογράφου. Βλέποντας εικόνες έφτιανε άλλους κόσμους στο μυαλό του
κι αυτό του άρεσε πάρα πολύ.
Αλλά δεν ήταν μόνο
ονειροπόλος ο Λευτέρης. Του άρεσαν τα μηχανήματα. Του άρεσε να τα
δουλεύει, να τα μαστορεύει. Τη μεγαλύτερη εντύπωση στο «Αθήναιον» του
έκανε η μηχανή προβολής. Ένα μαύρο, σαν τέρας μηχάνημα ήταν, που έβγαζε
φως, φωτιά θα μπορούσε να πει κανείς, από παντού.
Ήτανε τη πρώτη φορά που
ανέβηκε δειλά τα σκαλιά της μικρής καμπίνας. Ο μηχανικός προβολής γύριζε
με ρυθμό μια μανιβέλα κι οι μπομπίνες με την ταινία γύριζαν κι αυτές κι
ένα κρακ κρακ δυνατό ακουγόταν συνέχεια.
-
Έλα να γυρίσεις να φτιάξω το
κάρβουνο, ακούει το μηχανικό.
-
Εε, ψέλισε ο Λευτέρης
-
Να φτιάξω το κάρβουνο ρε
στούρνο! Έλα δω!
Πλησίασε δειλά. Ο
μηχανικός του βούτηξε το χέρι και τόβαλε πάνω στη μανιβέλα.
- Γύρνα συνέχεια, μη
σταματάς.
Άρχισε να γυρίζει. Στην
αρχή δεν κατάλαβε τι έκανε. Έβλεπε μόνο να ξετυλίγεται το φιλμ από ένα
καρούλι που ήταν ψηλά και να τυλίγεται στο άλλο που ήταν κάτω. Σαν ένα
ατέλειωτο φίδι ήταν το φιλμ. Προσπάθησε να δει τις εικόνες πάνω του αλλά
δεν τα κατάφερε. Δεν ήταν σαν το μηχανάκι που είχε στη Σμύρνη. Ίσως αυτή
η ταχύτητα που έτρεχε το φιλμ να έδινε την αίσθηση της κίνησης.
-
Σταθερά, ούτε γρήγορα ούτε
αργά, του φώναξε ο μηχανικός. Μη κάνεις τους ανθρώπους και τρελαθούνε.
Ο μηχανικός άνοιξε ένα
πορτάκι στο πίσω μέρος της μηχανής και ένα εκτυφλωτικό φως χύθηκε από
μέσα. Όλα μέσα στην καμπίνα έγιναν άσπρα. Ο Λευτέρης σκέφτηκε να το
βάλει στα πόδια, είχε ακούσει για τις φωτιές που είχαν πάρει κάποιοι
κινηματογράφοι, αλλά ήθελε να φανεί γενναίος. Έτσι, τρέμοντας σχεδόν,
έμεινε στη θέση του και συνέχισε να γυρνά τη μανιβέλα. Ταυτόχρονα
κοίταζε με αγωνία το μηχανικό που είχε βάλει τα χέρια του μέσα στο
φανάρι και κάτι έφτιαχνε.
Σε λίγο τα έβγαλε, έκλεισε
το καπάκι και όλα έγιναν όπως πριν.
- Να έρχεσαι να γυρίζεις
τη μανιβέλα όταν δεν έχει δουλειά, του είπε ο μηχανικός ξαναπαίρνοντας ο
ίδιος τον έλεγχο του μηχανήματος.
Αργότερα ο Λευτέρης έγινε
φίλος με το μηχανικό και έμαθε ότι το δυνατό φως μέσα στο φανάρι της
μηχανής προβολής δημιουργείται όταν δύο καρβουνάκια, μακριά και λεπτά
σαν τα μολύβια που είχε στο σχολείο, έρθουν πολύ κοντά. Αυτό είναι το
βολταϊκό τόξο. Κι όλο αυτό το φως συγκεντρώνεται με τη βοήθεια ενός
καθρέφτη στην τρύπα από την οποία περνά το φιλμ κι έτσι στέλνεται η
εικόνα στην οθόνη.
Ο Λευτέρης ενθουσιάστηκε
με τις καινούργιες του γνώσεις κι ήθελε συνέχεια να βρίσκεται στην
καμπίνα. κι όχι να κάθεται στο μπαρ. Αλλά πώς να γίνει;
Η λύση ήρθε μια μέρα όταν
ένας ψηλός άντρας με μουστάκι αλλά πολύ φθαρμένα ρούχα ήρθε να ζητήσει
δουλειά. Έπεσε πάνω στο Λευτεράκη που στεκόταν στην είσοδο.
-
Τι δουλειά ζητάς, τον ρωτά ο
Λευτέρης
-
Ότι νάνε, απαντά αυτός,
-
Θέλεις να δουλέψεις στο μπαρ;
ξαναρωτά ο Λευτέρης. Να γυρνάς μέσα στα διαλείμματα να πουλάς σάμαλι,
φυστίκια…
-
Και το ρωτάς;
-
Εν τάξει, προσλαμβάνεσαι.
Ο άντρας με το μουστάκι
κοκάλωσε.
-
Μα δεν θα πρέπει να
συμφωνήσει κι ο μπαμπάς σου; ψέλλισε.
-
Ας τον αυτόν. Ότι και να
κάνω συμφωνεί, πέταξε αόριστα ο Λευτέρης.
Κι έτσι προσέλαβε υπάλληλο!
Όταν την άλλη μέρα το
γκαρσόνι έμαθε ότι το πραγματικό αφεντικό του ήταν ο Λευτέρης δεν είπε
τίποτα. Τι να πει άλλωστε; Κάθε βράδυ του έδινε κανονικά το μεροκάματο.
5.
Η επόμενη αγάπη του
Λευτέρη, μετά τη μηχανή προβολής, ήταν το πιάνο.
Ένα πιάνο χωρίς ουρά που
βρισκόταν στο μπροστινό μέρος του κινηματογράφου, κάτω από την οθόνη.
Εκεί καθόταν ο πιανίστας, έβλεπε τις εικόνες και ανάλογα χτύπαγε τα
πλήκτρα, αυτοσχεδιάζοντας μουσικές ή επαναλαμβάνοντας γνωστά μουσικά
θέματα. Μερικές φορές που η ταινία είχε δυνατή δράση, δηλαδή ρίχνονταν
μπουνιές ή πιστολιές και γίνονταν θόρυβος, ο πιανίστας χτύπαγε τα
πλήκτρα ακανόνιστα, προσπαθώντας να μιμηθεί ήχους που υποτίθεται
ακούγονταν στην ταινία.
Αυτή η δεξιοτεχνία του
πιανίστα εντυπωσίασε το μικρό Λευτέρη και τον έφερε να κάθεται με τις
ώρες δίπλα του και να τον παρακολουθεί.
-
Θες να κάνεις κι εσύ το ίδιο;
τον ρώτησε μια μέρα ο πιανίστας.
-
Ναι, αλλά εγώ δεν ξέρω
μουσική, απάντησε ο Λευτέρης.
-
Θα σου μάθω!
Από την επόμενη μέρα, πριν
αρχίσουν οι προβολές, ο Λευτέρης άρχισε να παίρνει μαθήματα πιάνου. Για
την ακρίβεια δεν ήταν κανονικά μαθήματα. Έμαθε μόνο να παίζει δύο
μουσικά θέματα, μιμούμενος τις κινήσεις των δακτύλων του πιανίστα. Τόσα
χρειάζονταν για να μπορεί να συνοδεύει μουσικά τις ταινίες, του είπε ο
μαέστρος.
Η προθυμία του να μάθει
στον μικρό μουσική έκρυβε πίσω της μια υστεροβουλία. Κι αυτό φάνηκε όταν
ο Λευτεράκης έμαθε να παίζει ανεκτά το βαλσάκι και το μαρσάκι που του
είχε μάθει ο μουσικός.
Ήταν στο διάλειμμα της
τελευταίας παράστασης όταν ο πιανίστας είπε στο Λευτεράκη.
-
Τι λες, θα αναλάβεις να
παίξεις στο δεύτερο μέρος σήμερα; Το βαλσάκι, όπως είπαμε, θα είναι για
τις ρομαντικές σκηνές και το μαρσάκι γι αυτές που έχουν δράση. Σύμφωνοι;
-
Θα το κάνω, είπε ο μικρός
που δεν δίσταζε μπροστά σε τίποτα.
Τα πήγε καλά από την πρώτη
φορά. Ο πιανίστας ενθουσιάστηκε. Κι από τότε, την τελευταία παράσταση,
την έβγαζε ο Λευτέρης μόνος του. Έτσι ο πιανίστας μπορούσε να την
κοπανάει και να γυρίζει μια ώρα γρηγορότερα σπίτι του.
Βέβαια αυτή η κουτοπονηριά
δεν ενοχλούσε καθόλου τον μικρό που έβλεπε όλη αυτή την ιστορία σαν
παιχνίδι και το διασκέδαζε. Φυσικά δεν παρέλειπε ποτέ να αναβαίνει στην
καμπίνα προβολής για να γυρίζει τη μανιβέλα. Αυτό του άρεσε περισσότερο
από οτιδήποτε άλλο.
Εκεί βρισκόταν μια μέρα ο
Λευτέρης όταν είδε το γκαρσόνι να φτάνει αγχωμένο.
-
Λευτεράκη, του ψιθυρίζει στο
αυτί, έχουν έρθει δύο κύριοι και σε ζητάνε.
-
Τι θέλουνε, ρωτάει ο μικρός
ενώ ξεκινάει να πάει προς την έξοδο.
-
Δεν ξέρω, δεν μου είπανε,
αλλά μου φαίνονται εφοριακοί.
Δεν είχε περάσει ποτέ από
το μυαλό του ότι μπορεί να έχει σχέσεις με τις αρχές του τόπου και
μάλιστα με αυτές που διαχειρίζονται τα οικονομικά του κράτους! Στην
είσοδο πράγματι στέκονταν δύο κύριοι που φόραγαν σκούρο κουστούμι και
αυστηρό ύφος.
-
Τι θέλετε παρακαλώ, τους
λέει ο Λευτέρης, καταλαβαίνοντας ότι το ύφος τους ποτέ δεν προμήνυε κάτι
καλό.
-
Δεν θέλουμε εσένα παιδί μου,
τον μπαμπά σου θέλουμε, λέει ο πρώτος κι φωνή του είχε κάτι σαν επίπληξη.
Ο Λευτέρης δεν σκέφτηκε
πολύ για να απαντήσει.
-
Ο μπαμπάς μου κύριε, δεν
είναι εδώ, είναι στη Σμύρνη.
Οι εφοριακοί κοιτάζονται
μεταξύ τους και μετά το γκαρσόνι που κουνάει περίεργα το κεφάλι σαν να
αναγνωρίζει τον παραλογισμό του πράγματος.
-
Δηλαδή, εσύ είσαι το
αφεντικό εδώ; ρωτά ο εφοριακός που δεν είχε μιλήσει μέχρι τώρα.
-
Μάλιστα κύριε, εγώ!
-
Κι αυτός; λέει ο πρώτος
εφοριακός δείχνοντας το γκαρσόνι, με την υποψία ότι κάποιο ύποπτο
παιχνίδι παίζεται εδώ.
-
Αυτός είναι υπάλληλός μου,
κύριε, απαντά με τον ίδιο ευθύ τρόπο ο Λευτέρης. Το γκαρσόνι μου!
Οι εφοριακοί
ξανακοιτάζονται. Το γκαρσόνι, με ένα πιο ξεκάθαρο κούνημα του κεφαλιού
επιβεβαιώνει τα λεγόμενα του μικρού. Περνάνε αρκετά δευτερόλεπτα
αμηχανίας που συνοδεύονται από τις νότες του πιάνου που έρχονται από την
αίθουσα.
-
Βιβλία έχεις; ρωτά πάλι ο
δεύτερος εφοριακός όταν η μουσική έκανε μια παύση.
-
Τι βιβλία κύριε;
-
Βιβλία εσόδων εξόδων, παιδί
μου!
-
Όχι κύριε, δεν ξέρω.
-
Καλά, δεν κρατάς
λογαριασμούς;
-
Όχι, δεν κρατάω, τι να
κρατάω… Να, πηγαίνω αγοράζω πράματα, τα πουλάμε, αγοράζω άλλα, τα
ξαναπουλάμε, αυτό μόνο κάνουμε. Τι να τα κάνω τα βιβλία;
Οι εφοριακοί, μπροστά σε
αυτές τις αφοπλιστικές κουβέντες του μικρού, δεν ξέρουν τι να πουν.
Έχουν αντιμετωπίσει κάθε είδους πονηριές ανθρώπων που θέλουν να
φοροδιαφύγουν. Αλλά εδώ είναι κάτι άλλο. Ο μικρός φαίνεται απόλυτα
ειλικρινής.
-
Πρέπει να ανοίξεις βιβλία,
λέει ο ένας.
-
Την επόμενη φορά που θα
έρθουμε να έχεις βιβλία, προσθέτει ο δεύτερος.
Και φεύγουν.
Επόμενη φορά δεν υπήρξε. Ο
πατέρας του Λευτέρη από τη Σμύρνη, βλέποντας να έχει σταθεροποιηθεί η
κατάσταση, φώναξε όλη την οικογένεια πίσω. Η δουλειά στην ξένη εταιρία
που δούλευε ήταν καλή. Έτσι ο Λευτέρης με τη μητέρα τη γιαγιά και τα
αδέρφια του ξαναγύρισε στο πατρικό του σπίτι.
6.
Ήταν το 1935 όταν η
οικογένεια Σκλάβου έφυγε για δεύτερη και οριστική φορά από τη Σμύρνη. Η
Τούρκικη κυβέρνηση είχε απαιτήσει από όσους ήθελαν να παραμείνουν και να
εργάζονται εκεί να αποχτήσουν την τούρκικη υπηκοότητα. Ο πατέρας του
Λευτέρη αρνήθηκε κι έτσι για μια ακόμα φορά η οικογένεια βρέθηκε στην
προσφυγιά.
Ο Λευτέρης τώρα ήταν κοντά
είκοσι χρόνων. Δεν μπορούσε να σκεφτεί ότι θα έκανε μια δουλειά έξω από
τον χώρο του κινηματογράφου. Η προηγούμενη εμπειρία στο μπαρ του «Αθήναιον»,
η γνωριμία με ανθρώπους του χώρου τον έφεραν να αποτολμήσει ένα ακόμα
μεγάλο άλμα: να αναλάβει την εκμετάλλευση ενός κινηματογράφου.
Ρώτησε από δω, ρώτησε από
κει, έμαθε. Ο «Αστέρας» στα Καμίνια νοικιαζόταν. Χωρίς να διαστάσει πήγε
και βρήκε τον ιδιοκτήτη του. Τώρα δεν ήταν με κοντά παντελονάκια. Φόραγε
παντελόνια «γκόλφ» που ήταν της μόδας!
-
Κύριε Σαββίδη, του λέει με
το ίδιο ευθύ τρόπο που τον χαρακτήριζε πάντα, θέλω να νοικιάσω τον
κινηματογράφο σας.
Ο ιδιοκτήτης τον έκοψε από
πάνω μέχρι κάτω. Φαινόταν να επαναλαμβάνεται η σκηνή με τον ιδιοκτήτη
του «Αθήναιον» στα Ταμπούρια εφτά χρόνια πριν. Τώρα, βέβαια, ο Λευτέρης
ήταν μεγάλος, δεκαοχτώ-δεκαεννιά χρόνων αλλά δεν ζητούσε την
εκμετάλλευση ενός μπαρ. Ζητούσε έναν ολόκληρο κινηματογράφο!
-
Ξέρεις, λέει σε λίγο ο
ιδιοκτήτης, μου τον ζήτησαν πολλοί τον κινηματογράφο, σοβαροί
επιχειρηματίες, αλλά δεν τον έδωσα.
Ο Λευτέρης ξεροκαταπίνει.
Οι πρόλογοι δεν του αρέσουν καθόλου.
- Αλλά σε σένα θα τον δώσω,
προσθέτει ο Σαββίδης. Γι αυτή τη σαιζόν. Σε συμπάθησα!
Ο Λευτέρης τώρα πέταγε από
τη χαρά του. Ο «Αστέρας» ήταν τώρα δικός του. Την πιάτσα του
κινηματογράφου την ήξερε καλά. Ο κινηματογράφος δούλευε φουλ.
Γιατί ένας κινηματογράφος
του Πειραιά να υστερεί από αυτούς της Αθήνας, σκεφτόταν ο Λευτέρης. Στην
Αθήνα οι κεντρικοί κινηματογράφοι στόλιζαν την είσοδο του κινηματογράφου
ανάλογα με το έργο που παιζόταν. Αν για παράδειγμα ήταν μια ταινία με
υπόθεση που διαδραματίζονταν στην Αφρική, η είσοδος του κινηματογράφου
μετατρέπονταν σε αφρικάνικο χωριό.
Ο Λευτέρης δεν είχε αυτές
τις δυνατότητες αλλά όταν έπαιζε το έργο «Ο Μήτρος και η Μάρω» μια
ελληνική ταινία με φουστανέλες, βρήκε δυο νέους, τους έντυσε τσολιάδες
και τους έστησε μπροστά στην είσοδο του κινηματογράφου. Κι ο κόσμος
εντυπωσιασμένος έτρεχε να μπει μέσα να δει το έργο.
Πλησίαζε το καλοκαίρι του
1936. Ο «Αστέρας» που ήταν χειμερινός έπρεπε να κλείσει. Ο Λευτέρης, που
είχε μετατραπεί τώρα σε σοβαρό επιχειρηματία, έπρεπε να κάνει κάτι για
να συνεχίσει. Τι άλλο μπορούσε να κάνει; Να ανοίξει ένα θερινό
κινηματογράφο!
Έτσι άρχισε η ιστορία με
το λουρί!
7.
Πως μπορεί ένας στάβλος να
γίνει κινηματογράφος; Γιατί ένας εγκαταλειμμένος στάβλος έγινε ο
επόμενος στόχος του δραστήριου νεαρού από τη Σμύρνη. Ένας στάβλος στην
οδό Βουλιαγμένης, που τότε ήταν χωματόδρομος!
Ο χώρος ανήκε σε κάποιον
Μακρή που ήταν κρεοπώλης. Εκεί έφερνε τα ζώα, αρνιά, κατσίκια, γουρούνια,
γελάδες και τάσφαζε. Όταν πέθανε η μάντρα εγκαταλείφθηκε και μετατράπηκε
σε σκουπιδότοπο της γειτονιάς. Αυτή τη μάντρα σκέφτηκε ο Λευτέρης να
κάνει σινεμά.
Η περιοχή τότε ήταν αρκετά
έρημη αλλά αναπτυσσόμενη. Κι ο κόσμος διψούσε για θέαμα και ιδιαίτερα
για κινηματογράφο που ήταν η πιο φτηνή διασκέδαση. Κι άλλος
κινηματογράφος εκεί δεν υπήρχε. Έτσι ο Λευτέρης βρέθηκε από τη μια άκρη
του λεκανοπέδιου στην άλλη.
Νοίκιασε το οικόπεδο από
τη χήρα του χασάπη και έβαλε μπρος να το μετατρέψει σε κινηματογράφο.
Έχτισε μια είσοδο, έστησε μια οθόνη, μάζεψε καρέκλες από δω κι από κει,
του βρήκε και όνομα. Τον ονόμασε «Ορφέα»! Όνομα ρομαντικό, μεγαλοπρεπές,
θεϊκό! Μάλιστα δίπλα στον τίτλο ζωγράφισε και μια άρπα.
Για μηχανή προβολής έφερε
αυτήν που είχε στο «Αθήναιον». Μια «Έρνεμαν» του 1909 που με τις
κατάλληλες προσθήκες είχε μετατραπεί σε ομιλούσα. Παλιά μηχανή που
λειτουργούσε όμως άψογα.
Πανέτοιμος πια προχώρησε
στην τελευταία πράξη του δράματος: έκανε αίτηση στην ηλεκτρική εταιρία,
που τότε ήταν ιδιωτική και ονομάζονταν «Πάουερ», να του δώσει ρεύμα.
Χωρίς ρεύμα δεν μπορούσε να λειτουργήσει.
-
Δυστυχώς κύριε δεν γίνεται!
ήταν η απάντηση του υπεύθυνου.
-
Γιατί;
-
Δεν το σηκώνει το δίκτυο.
Δεν ήταν δυνατόν να
κωλώσει ο Λευτέρης σ΄ αυτήν την αρνητική απάντηση. Δεν μπορούσε ένας «Ορφέας»
να έχει ένα τέτοιο άδοξο τέλος πριν καν ξεκινήσει. Κάποιο άσχημο αστείο
θα του παίζουν, σκέφτηκε. Πήγε σε άλλους υπεύθυνους, ανέβηκε σε
διευθυντές αλλά η απάντηση ήταν η ίδια.
-
Δε σηκώνει το δίκτυο.
«Να το πάρει και να το
σηκώσει» είπε από μέσα του ο Λευτέρης αλλά η απελπισία άρχισε να τον
κυριεύει. Έκανε τόσα έξοδα για να μετατρέψει αυτόν τον σκουπιδότοπο σε
κινηματογράφο και τώρα τινάζονται όλα στον αέρα Η λύση ήρθε από ένα από
τα αδέρφια του που ήταν εφαρμοστής
-
Μη στεναχωριέσαι Λευτεράκη,
θα βάλουμε πετρελαιομηχανή να κάνουμε παραγωγή εμείς.
-
Μα τι λες, απαντά ο Λευτέρης,
δεν έχουμε λεφτά. Με τι θ αγοράσουμε μηχανή; Τα χαλάσαμε όλα για να
στήσουμε τον κινηματογράφο.
-
Θα τα βολέψω εγώ… ήταν η
αόριστη απάντηση του αδερφού.
Αλλά τα βόλεψε. Κάπου
βρήκε μια μηχανή, που δούλευε με πετρέλαιο, κι ένα δυναμό 220 βολτ.
Συνέδεσε το μηχανή με το δυναμό με ένα λουρί, δέκα μέτρα περίπου μακρύ,
και τα εγκατέστησε έξω από τη μάντρα του κινηματογράφου για να μην
ακούγεται πολύ ο θόρυβος του μοτέρ. Η μηχανή έδινε κίνηση στο δυναμό που
αυτό με τη σειρά του παρήγαγε ρεύμα. Και το θαύμα έγινε. Ο
κινηματογράφος ηλεκτροφωτίστηκε χωρίς την ανάγκη της «Πάουερ» κι
επιτέλους ξεκίνησε. Αλλά ξεκίνησε κι η περιπέτεια.
Οι μηχανές προβολής, την
εποχή εκείνη, δεν είχανε αυτόματο σύστημα προώθησης του κάρβουνου που
δημιουργούσε το βολταϊκό. Έπρεπε ο μηχανικός να παρακολουθεί τα κάρβουνα
και με το χέρι να τα πλησιάζει στην επιθυμητή απόσταση. Αν του ξέφευγε
λίγο, τα κάρβουνα κόλλαγαν και η φλόγα έσβηνε.
Σε όλους τους
κινηματογράφους συνέβαινε αυτό αλλά δεν ήταν σοβαρό πρόβλημα γιατί ο
μηχανικός γυρίζοντας τους μοχλούς γρήγορα ξεκόλλαγε τα κάρβουνα κι η
προβολή συνεχιζόταν κανονικά.
Αυτό συνέβη και στον «Ορφέα»
αλλά εδώ η προβολή δεν ξανάρχισε. Ευτυχώς που έγινε σε δοκιμαστική
προβολή και δεν υπήρχαν θεατές. Το μοτέρ είχε σβήσει και η παραγωγή
ρεύματος είχε σταματήσει. Νέα απελπισία.
-
Γιατί κάνετε έτσι; ήταν η
εκνευριστικά ψύχραιμη απάντηση του μηχανικού στο αγωνιώδες ερώτημα «Και
τώρα τι κάνουμε;»
Λες και ήταν το πιο
φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο, τους έδωσε τις παρακάτω οδηγίες:
-
Την ώρα που κωλώνει και
σβήνει η μηχανή, εσείς, πρέπει να τρέχετε να πιάνετε το λουρί, να το
τραβάτε με δύναμη για να βοηθήσετε τη μηχανή να πάρει πάλι μπρος. Είναι
απλό! Καταλάβατε;
Ναι, πάρα πολύ απλό. Να
τρέχεις δυο και τρεις φορές σε κάθε προβολή να τραβάς το λουρί. Ε, δεν
ήταν κι από τα πιο εύκολα πράγματα στον κόσμο! Γιατί το λουρί ήταν λίγο
βαρύ… έπρεπε να βρεθεί κάποια λύση.
Η λύση ήρθε από την αλάνα.
Εκεί μαζεύονταν όλα τα πιτσιρίκια της γειτονιάς και κλώτσαγαν άλλοτε μια
ξεφούσκωτη μπάλα και άλλοτε τενεκάκια.
Ο Λευτέρης στάθηκε στην
άκρη και περίμενε. Δεν άργησε να μπει γκολ, σ αυτά τα παιχνίδια μπαίνουν
πολλά γκολ, κι η πιτσιρικαρία μαζεύτηκε στο κέντρο για τη σέντρα. Τότε
πλησίασε και είπε:
-
Ποιος θέλει να δει τσάμπα
σινεμά;
Ο αγώνας διαλύθηκε. Όλα τα
παιδιά μαζεύτηκαν γύρω του φωνάζοντας «Εγώ, εγώ». Τέτοια προσφορά ήταν
σαν το μάνα από τον ουρανό. Πόσες φορές δεν είχαν προσπαθήσει λαθραία να
μπουν μέσα;
-
Το απόγευμα στην είσοδο του
κινηματογράφου, είπε ο Λευτέρης κι έφυγε.
Το απόγευμα όλη η
πιτσιρικαρία της γειτονιάς ήταν εκεί. Ο Λευτέρης διάλεξε καμιά δεκαριά.
-
Οι υπόλοιποι αύριο, είπε.
Σ αυτούς που διάλεξε
εξήγησε τι θα κάνουν.
-
Θα καθόσαστε πάντα στην
πρώτη σειρά και θα βλέπετε την ταινία. Όταν δείτε και σκοτεινιάζει
λιγάκι θα τρέχετε όσο πιο γρήγορα μπορείτε, θα βουτάτε το λουρί και με
το ένα δυο τρία θα το τραβάτε με δύναμη. Εντάξει;
Τα παιδιά δεν χρειάζονταν
δεύτερη εξήγηση. Το λουρί έγινε εκείνο το καλοκαίρι το σήμα κατατεθέν
του «Ορφέα». Άσσε που πολλοί θεατές πήγαιναν εκεί για να απολαύσουν την
κοσμογονία του φωτός που προέρχεται από μια και μόνο μαγική λέξη «το
λουρί»!
8.
Ο Λευτέρης πλησιάζει τη
σκάλα της καμπίνας προβολής κι ετοιμάζεται να ανέβει. Αλλά δεν
προλαβαίνει. Στην οθόνη εμφανίζεται η φράση «Διάλειμμα ολίγων λεπτών».
Ένα μακρόσυρτο «ααα» απογοήτευσης ακούγεται από τους θεατές. Το
διάλειμμα ερχόταν στο πιο άκαιρο σημείο. Έκοβε τη δράση στη μέση.
Στη καμπίνα ο μηχανικός
προβολής με το αριστερό χέρι κατέβασε το κλαπέτο και απομόνωσε το φανάρι
από το φιλμ. Η οθόνη σκοτείνιασε. Ταυτόχρονα με το δεξί σήκωσε το
διακόπτη σε ένα ταμπλό μπροστά του και άναψε τα φώτα της πλατείας.
- Τη μουσική ρε χαμένο!
φώναξε.
Το «χαμένο» ήταν ο βοηθός
του. Βρισκόταν από την άλλη μεριά της μηχανής και χειριζόταν την τιτλέζα,
το μηχάνημα του πρόβαλε τους υποτίτλους στο κάτω μέρος της οθόνης. Την
εποχή εκείνη οι υπότιτλοι των ξενόγλωσσων ταινιών δεν τυπώνονταν πάνω
στο φιλμ με την εικόνα αλλά σε ανεξάρτητο φιλμ.
Κάθε τίτλος ήταν ένα «καρέ»
του φιλμ. Ένα εξάρτημα που έμοιαζε με μικρή μηχανή προβολής δεχόταν το
φιλμ με τους υποτίλους, «έκλεβε» φως από το φανάρι της μηχανής και τους
πρόβαλε σε μια στενόμακρη οθόνη κάτω από τη μεγάλη.
Ο χειριστής των υποτίτλων
είχε μπροστά του ένα μάτσο χαρτιά που ήταν τυπωμένη οι τίτλοι μαζί με
κάποιες υποδείξεις για τις αλλαγές των σκηνών και προσπαθούσε
καταλαβαίνει τι λένε οι ηθοποιοί να τους ρίχνει την ώρα που έπρεπε. Πολύ
συχνά γινόταν λάθος, αφού οι τιτλαδόροι δεν καταλάβαιναν τη γλώσσα της
ταινίας, κι οι υπότιτλοι έπεφταν σε λάθος σημείο.
Το «χαμένο», στην
προσπάθειά του να τρέξει στο πικάπ και να βάλει ένα δίσκο με μουσική,
όπως του ζήτησε ο μηχανικός, έριξε κάτω το βιβλίο με τους υποτίτλους και
έχασε τη σελίδα που βρισκόταν. Κοίταξε με απόγνωση το μηχανικό. Πώς να
συνεχίσει μετά το διάλειμμα;
-
Τι με κοιτάς, του λέει αυτός.
Μη περιμένεις να σου πω. Εγώ, σου έχω πει, δεν παρακολουθώ την ταινία.
Ματιές ρίχνω μόνο για να δω αν είναι σωστή η προβολή. Και κοίτα να το
βρεις πριν τελειώσει το διάλειμμα.
Το «χαμένο» δεν είναι από
αυτούς που κωλώνει.
-
Θα το παίξω χωρίς σενάριο!
-
Αν το πάρει είδηση ο
Λευτέρης την έβαψες, του λέει ο μηχανικός. Και μην περιμένεις να σε
υποστηρίξω.
-
Κι εγώ θα του πω ότι η φωτιά
στην ταινία την άλλη φορά δεν ήρθε μόνη της αλλά από το τσιγάρο σου,
πέταξε το «χαμένο» ενώ έσκυβε για να αποφύγει τη σβουριχτή σφαλιάρα.
Την ίδια ώρα, ο Λευτέρης
στέκεται δίπλα στο μπαρ και παρακολουθεί τον κόσμο που έρχεται να
ψωνίσει. Του αρέσει να ελέγχει τα πάντα. Πόσο μακρινή του φαίνεται η
εποχή που βρισκόταν κι αυτός πίσω από τον πάγκο και σηκωνόταν στις μύτες
των ποδιών για να μπορέσει να εξυπηρετήσει τους πελάτες. «Λευτεράκη
μεγάλωσες» ακούει συχνά να του λένε συγγενείς και φίλοι. Και δεν ξέρει
αν αυτό είναι καλό ή κακό.
-
Πασατεμπάκι αφεντικό! Για να
περνά η ώρα!
Η φωνή δίπλα του, του
τρυπάει το αφτί. Είναι ο πιτσιρικάς που τον έχουν για να γυρίζει στην
πλατεία με τον ταβλά κρεμασμένο στο λαιμό και να πουλά σάμαλι και
γκαζόζες σε αυτούς που βαριούνται να σηκωθούν.
-
Το κερνάει το κατάστημα,
επιμένει ο πιτσιρικάς που έχει όρεξη για πλάκα.
-
Φύγε γιατί σου την άστραψα,
του απαντάει ο Λευτέρης.
Και δεν αστειεύεται. Του
αρέσει να τον φωνάζουν αφεντικό όχι όμως και να του θυμίζουν τη σάπια
κολοκύθα!
Η μηχανικός πατάει τρία
πλήκτρα πάνω από ένα περίεργο μαύρο σωλήνα και το χαρακτηριστικό «Κλιν
γκλαν» από το κινηματογραφικό γκονγκ απλώνεται στο χώρο. Τα φώτα σβήνουν
και στην οθόνη εμφανίζονται τα γράμματα «Μέρος Δεύτερον».
Ο Λευτέρης φεύγει από το
μπαρ και παίρνει τη θέση του στη σιδερένια σκάλα που οδηγεί στην καμπίνα
προβολής. Σα νικητής.
Νίκος Θεοδοσίου |